αδάκρυτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αδάκρυτα < αδάκρυτος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αδάκρυτα

  1. χωρίς να δακρύσει (κανείς)
  2. χωρίς λύπη, συγκίνηση
  3. (κατ’ επέκταση) άπονα, ασυγκίνητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]