αμορτί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμορτί < γαλλική amortir

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμορτί ουδέτερο άκλιτο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]