λαχείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λαχείο λαχεία
γενική λαχείου λαχείων
αιτιατική λαχείο λαχεία
κλητική λαχείο λαχεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λαχείο < θέμα λαχ- ( < αρχαία ελληνική λαγχάνω) + -είο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λαχείο ουδέτερο

  1. τυχερό παιχνίδι που οργανώνεται από έναν οργανισμό ή σύλλογο ή άλλη ομάδα ανθρώπων· ο διοργανωτής εκδίδει αριθμημένα δελτία τα οποία πωλούνται και στη συνέχεια γίνεται κλήρωση ενός ή περισσότερων τυχερών αριθμών που κερδίζουν δώρα ή χρηματικά ποσά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λαχειοφόρος αγορά
  2. ένα αριθμημένο δελτίο που έχει εκδοθεί στο πλαίσιο ενός τέτοιου τυχερού παιχνιδιού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λαχνός
  3. μια ανέλπιστη τύχη

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]