billet

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

billet (en)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

billet (en)

  1. στρατωνίζω (σε ιδιωτικό σπίτι)
  2. στρατωνίζομαι (σε επιταγμένο ιδιωτικό σπίτι)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

billet 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
billet billets

billet (fr) αρσενικό

  1. το εισιτήριο
  2. το χαρτονόμισμα