αναγνωρισμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]αναγνωρισμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του αναγνωρισμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του αναγνωρισμένος
αναγνωρισμένου