ανταλλαγμένο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]ανταλλαγμένο
- αιτιατική ενικού του ανταλλαγμένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του ανταλλαγμένος
ανταλλαγμένο