ανταύγεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανταύγεια < αρχαία ελληνική ἀνταύγεια (και ἀνταυγία) < ἀντί + αὐγή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανταύγεια θηλυκό

  1. αντανάκλαση του φωτός
  2. (κομμωτική) τούφα στα μαλλιά, πιο ανοιχτόχρωμη από τα υπόλοιπα, συνήθως βαμμένη


Μεταφράσεις[επεξεργασία]