ανταύγεια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανταύγεια < αρχαία ελληνική ἀνταύγεια / ἀνταυγία < ἀντί + αὐγή
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /anˈdav.ʝa/ και /anˈdav.ʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νταύ‐γεια ή α‐νταύ‐γει‐α
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ανταύγεια θηλυκό
- η αντανάκλαση του φωτός
- ※ Το μόνο φως που έπεφτʼ εκεί μέσα, ήταν μια αλλόκοτη ανταύγεια, σαν του φεγγαριού -αλλά ενός φεγγαριού κοκκινωπού, που κόντευε να δύσει. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])
- (κομμωτική) η τούφα στα μαλλιά, πιο ανοιχτόχρωμη από τα υπόλοιπα, συνήθως βαμμένη
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)