Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανταύγεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανταύγεια οι ανταύγειες
      γενική της ανταύγειας των ανταυγειών
    αιτιατική την ανταύγεια τις ανταύγειες
     κλητική ανταύγεια ανταύγειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανταύγεια < αρχαία ελληνική ἀνταύγεια / ἀνταυγία < ἀντί + αὐγή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /anˈdav.ʝa/ και /anˈdav.ʝi.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανταύγεια ή ανταύγεια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανταύγεια θηλυκό

  1. η αντανάκλαση του φωτός
      Το μόνο φως που έπεφτʼ εκεί μέσα, ήταν μια αλλόκοτη ανταύγεια, σαν του φεγγαριού -αλλά ενός φεγγαριού κοκκινωπού, που κόντευε να δύσει. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])
  2. (κομμωτική) η τούφα στα μαλλιά, πιο ανοιχτόχρωμη από τα υπόλοιπα, συνήθως βαμμένη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]