αντιαιμοπεταλιακά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιαιμοπεταλιακά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιαιμοπεταλιακά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών η δράση των οποίων αναστέλλουν τη συνάθροιση και συγκόλληση των αιμοπεταλίων και συνεπώς το σχηματισμό λευκού θρόμβου που αποτελεί την πρώτη φάση πήξης στο αρτηριακό σκέλος της κυκλοφορίας του αίματος όπου τα αντιπηκτικά στο χώρο αυτό έχουν μικρή επίδραση.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • ενθαρρυντικά είναι τα αποτελέσματα χρησιμοποίησης 100-300 mg ασπιρίνης ημερησίως ως δευτεροπαθή πρόληψη θρομβωτικών επεισοδίων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]