αντιαρρυθμικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιαρρυθμικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιαρρυθμικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): γενική ονομασία ομάδας φαρμάκων ή ουσιών που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και συνεπώς τον καρδιακό ρυθμό.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • οι ουσίες αυτές μπορούν είτε να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς ή και να προκαλέσουν ή να επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς. Η χορήγηση αυτών των ουσιών χρήζει ιδιαίτερα μεγάλης προσοχής και καλή μελέτη του ιστορικού του πάσχοντος.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]