αντιιλιγγικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιιλιγγικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιιλιγγικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται στη συμπτωματική θεραπεία ιλίγγων γνωστής αιτίας, διαφορετικά η χορήγησή τους μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση υποκείμενης νόσου.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]