αντιλεπρικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιλεπρικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιλεπρικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται κατά της λέπρας, ή νόσου του Χάνσεν.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • υπάγονται στη γενικότερη κατηγορία των αντιμικροβιακών, η χορηγία τους χρήζει ιδιαίτερης προσοχής μάλιστα σε περίοδο κύησης φέρονται να έχουν τερατογόνο δράση (σε πειραματόζωα).

Μεταφράσεις[επεξεργασία]