αντιλεϊσμανιακά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιλεϊσμανιακά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιλεϊσμανιακά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική), (κτηνιατρική) (φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται κατά της σπλαχνικής λεϊσμανίασης.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η χορηγία τους γίνεται εφάπαξ ημερησίως επί 10-15 ημέρες, τυχόν επανάληψη μετά παρέλευση 4-6 εβδομάδων.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]