αντιμυοσπασμωδικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιμυοσπασμωδικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιμυοσπασμωδικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (φαρμακευτική): ειδική κατηγορία φαρμάκων που δρουν κατά των ακούσιων μυικών σπασμών του προσώπου (τικ), ή βλεφαροσπασμών, ακόμα και στραβισμού.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • πρόκειται για φάρμακα που δρουν στο νευρικό σύστημα όπου περιέχοντας αλλαντική τοξίνη διακόπτουν νευρομυϊκή μεταβίβαση.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]