αντιφυματικά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αντιφυματικά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αντιφυματικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): ονομασία κατηγορίας φαρμάκων που χορηγούνται κατά της φυματίωσης.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • τα φάρμακα της κατηγορίας αυτής, που χορηγούνται μόνο από ειδικούς του αντικειμένου ιατρούς, διακρίνονται επιμέρους, ανάλογα της δραστικότητας, σε πρωτεύοντα και δευτερεύοντα, η δε θεραπεία ξεκινά με χορηγία δύο ή τριών φαρμάκων ταυτόχρονα ενώ η διάρκειά της σήμερα έχει περιοριστεί στο εξάμηνο.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]