Μετάβαση στο περιεχόμενο

ασπροφορώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ασπροφορώ < άσπρος + -ο- + -φορώ

ασπροφορώ

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]