αχολογώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχολογώ < αχός + -ο- + -λογώ

Ρήμα[επεξεργασία]

αχολογώ

  1. (λογοτεχνικό) παράγω αχό
  2. (λογοτεχνικό) αντηχώ, αντιλαλώ

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]