βορός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βορός < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βορός αρσενικό
- περιφραγμένη αυλή σπιτιού
- περιφραγμένη χώρος για φύλαξη ζώων, μαντρί
- ※ Νάχω από πάλιουραν βορό και στρούγγα από ροδάμι | νάχω και σε ψηλήν κορφή καλύβα από ρουπάκια, (Κώστας Κρυστάλλης, Ήθελα νάμουν τσέλιγκας, Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, 1893)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βορός
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- βορός (ο) και οβορός, Λεξικό του Λευκαδίτικου Γλωσσικού Ιδιώματος, Λεξικό Λευκάδας
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βορός | ἡ | βορᾱ́ | τὸ | βορόν |
| γενική | τοῦ | βοροῦ | τῆς | βορᾶς | τοῦ | βοροῦ |
| δοτική | τῷ | βορῷ | τῇ | βορᾷ | τῷ | βορῷ |
| αιτιατική | τὸν | βορόν | τὴν | βορᾱ́ν | τὸ | βορόν |
| κλητική ὦ! | βορέ | βορᾱ́ | βορόν | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | βοροί | αἱ | βοραί | τὰ | βορᾰ́ |
| γενική | τῶν | βορῶν | τῶν | βορῶν | τῶν | βορῶν |
| δοτική | τοῖς | βοροῖς | ταῖς | βοραῖς | τοῖς | βοροῖς |
| αιτιατική | τοὺς | βορούς | τὰς | βορᾱ́ς | τὰ | βορᾰ́ |
| κλητική ὦ! | βοροί | βοραί | βορᾰ́ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βορώ | τὼ | βορᾱ́ | τὼ | βορώ |
| γεν-δοτ | τοῖν | βοροῖν | τοῖν | βοραῖν | τοῖν | βοροῖν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'ξηρός' όπως «ξηρός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βορός < βιβρώσκω
Επίθετο
[επεξεργασία]βορός, -ά, -όν , συγκριτικός : βορώτατος
- που καταβροχθίζει, ο αδηφάγος
Πηγές
[επεξεργασία]- βορός - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βορός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ξηρός' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)