γάγγλιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάγγλιον < ίσως συνδέεται με τα ἄγλις (κεφάλι σκόρδου) και γέλγις (βολβός, σκελιδα σκόρδου), αβέβαιου ετ.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάγγλιον

  1. υποδόριο οίδημα
  2. σύμπλεγμα νεύρων