υποδόριος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποδόριος υποδόρια υποδόριο
γενική υποδόριου υποδόριας υποδόριου
αιτιατική υποδόριο υποδόρια υποδόριο
κλητική υποδόριε υποδόρια υποδόριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποδόριοι υποδόριες υποδόρια
γενική υποδόριων υποδόριων υποδόριων
αιτιατική υποδόριους υποδόριες υποδόρια
κλητική υποδόριοι υποδόριες υποδόρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποδόριος < υπο- + -δόριος (< δορά)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1869

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈðɔ.ɾi.ɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈðɔ.ɾi.a/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.pɔ.ˈðɔ.ɾi.ɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υποδόριος, -α, -ο

  1. που βρίσκεται κάτω από το δέρμα
    υποδόριος ιστός
    υποδόριο τσιπ
  2. που γίνεται κάτω από το δέρμα
    υποδόρια ένεση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]