τομάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τομάρι τομάρια
γενική τομαριού τομαριών
αιτιατική τομάρι τομάρια
κλητική τομάρι τομάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τομάρι < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τομάρι ουδέτερο

  1. δέρμα, πετσί
  2. (μειωτικά) η ανθρώπινη υπόσταση κάποιου, ο εαυτός του
  3. (υβριστικό) παλιάνθρωπος, τιποτένιος

Nuvola apps noatun.png Υποκοριστικά[επεξεργασία]

  • τομαράκι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις: δέρμα και πετσί