γαλβανισμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]γαλβανισμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του γαλβανισμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του γαλβανισμένος
γαλβανισμένου