γειτνιάω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γειτνιάω < γείτων

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γειτνιάω-γειτνιῶ ( και γειτονεύω)

  1. είμαι γείτονας, είμαι διπλανός
  2. (μεταφορικά) αγγίζω τα όρια από κάτι, μοιάζω