γείτων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
γειτων-, γειτον-
ονομαστική / γείτων οἱ/αἱ γείτονες
      γενική τοῦ/τῆς γείτονος τῶν γειτόνων
      δοτική τῷ/τῇ γείτον τοῖς/ταῖς γείτοσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν/τὴν γείτον τοὺς/τὰς γείτονᾰς
     κλητική ! γεῖτον γείτονες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γείτονε
γεν-δοτ τοῖν  γειτόνοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'γείτων' όπως «γείτων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γείτων ήδη ομηρικό < άγνωστης ετυμολογίας [1]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γείτων, -ονος αρσενικό ή θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

θέμα γειτον-

και σύνθετα γειτων-

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «γείτονας» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]