γλυκοκοιτάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]γλυκοκοιτάζω
- κοιτάζω κάποια ή κάποιον με ερωτική διάθεση, ρίχνω βλέμμα που δηλώνει τρυφερή ή υπαινικτική έλξη προς ένα πρόσωπο
- ※ Είναι, λέει, σε ένα αμφιθέατρο ένας καθηγητής και διδάσκει ενώ παράλληλα γλυκοκοιτάζει μια όμορφη κοπέλα που παρακολουθεί μαζί με δεκάδες άλλους φοιτητές το μάθημα. Κάποια στιγμή σπεύδει και αγκαλιάζει το ωραίο κορίτσι και το φιλάει με πάθος. Μετά ζητά από τους φοιτητές να γράψουν όσο πιο γρήγορα γίνεται την είδηση που λίγο πριν είχαν δει με τα μάτια τους. Ένας έγραψε για ποινικό αδίκημα, σεξουαλική παρενόχληση ή προσβολή των ηθών και οπωσδήποτε σκάνδαλο στο εκπαιδευτικό σύστημα. Άλλος για τα καλά του αυθορμητισμού, της απλότητας και της δημιουργικής οικειότητας στις σχέσεις σπουδαστών με τους ενήλικους φοιτητές τους κ.ο.κ. (www.efsyn.gr, 06.05.2015)
- κοιτάζω κάτι με επιθυμία ή λαχτάρα, στρέφω το βλέμμα σε αντικείμενο ή κατάσταση που θέλω έντονα να αποκτήσω ή να πετύχω
- (κατ’ επέκταση) παρατηρώ κάτι —συνήθως θέση, αγαθό ή προνόμιο— με πρόθεση να το διεκδικήσω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- γλυκοκοίταγμα
- → και δείτε τις λέξεις γλυκός και κοιτάζω
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | γλυκοκοιτάζω | γλυκοκοίταζα | θα γλυκοκοιτάζω | να γλυκοκοιτάζω | γλυκοκοιτάζοντας | |
| β' ενικ. | γλυκοκοιτάζεις | γλυκοκοίταζες | θα γλυκοκοιτάζεις | να γλυκοκοιτάζεις | γλυκοκοίταζε | |
| γ' ενικ. | γλυκοκοιτάζει | γλυκοκοίταζε | θα γλυκοκοιτάζει | να γλυκοκοιτάζει | ||
| α' πληθ. | γλυκοκοιτάζουμε | γλυκοκοιτάζαμε | θα γλυκοκοιτάζουμε | να γλυκοκοιτάζουμε | ||
| β' πληθ. | γλυκοκοιτάζετε | γλυκοκοιτάζατε | θα γλυκοκοιτάζετε | να γλυκοκοιτάζετε | γλυκοκοιτάζετε | |
| γ' πληθ. | γλυκοκοιτάζουν(ε) | γλυκοκοίταζαν γλυκοκοιτάζαν(ε) |
θα γλυκοκοιτάζουν(ε) | να γλυκοκοιτάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | γλυκοκοίταξα | θα γλυκοκοιτάξω | να γλυκοκοιτάξω | γλυκοκοιτάξει | ||
| β' ενικ. | γλυκοκοίταξες | θα γλυκοκοιτάξεις | να γλυκοκοιτάξεις | γλυκοκοίταξε | ||
| γ' ενικ. | γλυκοκοίταξε | θα γλυκοκοιτάξει | να γλυκοκοιτάξει | |||
| α' πληθ. | γλυκοκοιτάξαμε | θα γλυκοκοιτάξουμε | να γλυκοκοιτάξουμε | |||
| β' πληθ. | γλυκοκοιτάξατε | θα γλυκοκοιτάξετε | να γλυκοκοιτάξετε | γλυκοκοιτάξτε | ||
| γ' πληθ. | γλυκοκοίταξαν γλυκοκοιτάξαν(ε) |
θα γλυκοκοιτάξουν(ε) | να γλυκοκοιτάξουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω γλυκοκοιτάξει | είχα γλυκοκοιτάξει | θα έχω γλυκοκοιτάξει | να έχω γλυκοκοιτάξει | ||
| β' ενικ. | έχεις γλυκοκοιτάξει | είχες γλυκοκοιτάξει | θα έχεις γλυκοκοιτάξει | να έχεις γλυκοκοιτάξει | ||
| γ' ενικ. | έχει γλυκοκοιτάξει | είχε γλυκοκοιτάξει | θα έχει γλυκοκοιτάξει | να έχει γλυκοκοιτάξει | ||
| α' πληθ. | έχουμε γλυκοκοιτάξει | είχαμε γλυκοκοιτάξει | θα έχουμε γλυκοκοιτάξει | να έχουμε γλυκοκοιτάξει | ||
| β' πληθ. | έχετε γλυκοκοιτάξει | είχατε γλυκοκοιτάξει | θα έχετε γλυκοκοιτάξει | να έχετε γλυκοκοιτάξει | ||
| γ' πληθ. | έχουν γλυκοκοιτάξει | είχαν γλυκοκοιτάξει | θα έχουν γλυκοκοιτάξει | να έχουν γλυκοκοιτάξει |
| |