Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλυκοκοιτάζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλυκοκοιτάζω < γλυκο- + κοιτάζω

γλυκοκοιτάζω

  1. κοιτάζω κάποια ή κάποιον με ερωτική διάθεση, ρίχνω βλέμμα που δηλώνει τρυφερή ή υπαινικτική έλξη προς ένα πρόσωπο
      Είναι, λέει, σε ένα αμφιθέατρο ένας καθηγητής και διδάσκει ενώ παράλληλα γλυκοκοιτάζει μια όμορφη κοπέλα που παρακολουθεί μαζί με δεκάδες άλλους φοιτητές το μάθημα. Κάποια στιγμή σπεύδει και αγκαλιάζει το ωραίο κορίτσι και το φιλάει με πάθος. Μετά ζητά από τους φοιτητές να γράψουν όσο πιο γρήγορα γίνεται την είδηση που λίγο πριν είχαν δει με τα μάτια τους. Ένας έγραψε για ποινικό αδίκημα, σεξουαλική παρενόχληση ή προσβολή των ηθών και οπωσδήποτε σκάνδαλο στο εκπαιδευτικό σύστημα. Άλλος για τα καλά του αυθορμητισμού, της απλότητας και της δημιουργικής οικειότητας στις σχέσεις σπουδαστών με τους ενήλικους φοιτητές τους κ.ο.κ. (www.efsyn.gr, 06.05.2015)
  2. κοιτάζω κάτι με επιθυμία ή λαχτάρα, στρέφω το βλέμμα σε αντικείμενο ή κατάσταση που θέλω έντονα να αποκτήσω ή να πετύχω
  3. (κατ’ επέκταση) παρατηρώ κάτι —συνήθως θέση, αγαθό ή προνόμιο— με πρόθεση να το διεκδικήσω

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]