Μετάβαση στο περιεχόμενο

γλυκο-

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
γλυκο- < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυκο- < ελληνιστική κοινή γλυκ- + -ο- < αρχαία ελληνική γλυκύς > γλυκυ-

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣli.ko/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γλυκο-

Πρόθημα

[επεξεργασία]

'γλυκο-, γλυκό- ή γλυκ- (πριν από φωνήεν)

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν γλυκιά γεύση
    γλυκοπατάτα
  2. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν τρυφερότητα
    γλυκοτραγουδώ

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Επίσης δείτε γλυκυ- Νεοελληνικές λέξεις με πρόθημα γλυκυ- στο Βικιλεξικό

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
γλυκο- (για όρους που συνδέονται με τη γλυκόζη) < (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία gluco- < νεολατινική gluco- < ελληνιστική κοινή γλυκ- + -ο- λατινικό < αρχαία ελληνική γλυκύς

Πρόθημα 2

[επεξεργασία]

γλυκο- ή γλυκ- και δείτε γλυκοζ-

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλυκο- < ελληνιστική κοινή γλυκ- + -ο- < αρχαία ελληνική γλυκύς > γλυκυ-

Πρόθημα

[επεξεργασία]

'γλυκο-, γλυκό- ή γλυκ- (πριν από φωνήεν)

  1. πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν γλυκιά γεύση
    γλυκοκάλαμο(ν), γλυκοζαχαράτος
    γλυκόμηλον
  2. (μεταφορικά) πρώτο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν τρυφερότητα, κάτι απαλό ή λίγο, κάτι ευχάριστο, αγαπημένο
    γλυκοκύρης (αγαπητός πατέρας), γλυκοαπαντοχή
    γλυκόπαχυς, γλυκόηθος
    γλυκαναστένασμα

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Επίσης δείτε γλυκυ- Μεσαιωνικές ελληνικές λέξεις με πρόθημα γλυκυ- στο Βικιλεξικό



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γλυκο- (ελληνιστική κοινή) < ελληνιστική κοινή γλυκ- + -ο- < αρχαία ελληνική γλυκύς > γλυκυ-

Πρόθημα

[επεξεργασία]

'γλυκο-, γλυκό- ή γλυκ- (πριν από φωνήεν)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

λιγοστά ελληνιστικά:

Επίσης δείτε το κοινότερο γλυκυ- Αρχαίες ελληνικές λέξεις με πρόθημα γλυκυ- στο Βικιλεξικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]