Μετάβαση στο περιεχόμενο

γουρουνόπουλλον

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γουρουνόπουλλον < γουρούν(ιν) + -όπουλλον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γουρουνόπουλλον ουδέτερο