δημογραφικό
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δημογραφικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου δημογραφικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική démographique < démographie < αρχαία ελληνική δῆμος + γράφω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δημογραφικό ουδέτερο
- το πρόβλημα που συνδέεται με τη μείωση των γεννήσεων, τη γήρανση και τη συρρίκνωση του πληθυσμού μιας χώρας
- ※ Το δημογραφικό είναι το κορυφαίο πρόβλημα της χώρας, διότι απλούστατα δεν υπάρχει κοινωνικό τμήμα και θεσμός στο οποίο να μην παρεισφρέει. Ο στρατός, οι συντάξεις, η παιδεία, η υγεία, η οικονομία, η καινοτομία, η κοινωνική πολιτική, η επιχειρηματικότητα, η οικογένεια, όλα επηρεάζονται δομικά μέσα από αυτή τη δημογραφική αλλαγή.
- Σταύρος Θεοδωράκης και Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, εκδόσεις: Μεταίχμιο, Αθήνα 2025, ISBN 9786180347654, @google.gr/books
- ※ Το δημογραφικό είναι το κορυφαίο πρόβλημα της χώρας, διότι απλούστατα δεν υπάρχει κοινωνικό τμήμα και θεσμός στο οποίο να μην παρεισφρέει. Ο στρατός, οι συντάξεις, η παιδεία, η υγεία, η οικονομία, η καινοτομία, η κοινωνική πολιτική, η επιχειρηματικότητα, η οικογένεια, όλα επηρεάζονται δομικά μέσα από αυτή τη δημογραφική αλλαγή.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δημογραφικό
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]δημογραφικό
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του δημογραφικός
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του δημογραφικός
Πηγές
[επεξεργασία]- δημογραφικός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)