διασαφηνίσεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

διασαφηνίσεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος διασαφηνίζω
  2. θα διασαφηνίσεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος διασαφηνίζω

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού

[επεξεργασία]

διασαφηνίσεις θηλυκό

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του διασαφήνιση