δραματοποιημένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]δραματοποιημένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραματοποιημένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του δραματοποιημένος
δραματοποιημένου