δυσγενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ δυσγενής τὸ δυσγενές οἱ, αἱ δυσγενεῖς τὰ δυσγεν
Γενική τοῦ, τῆς δυσγενοῦς τοῦ δυσγενοῦς τῶν δυσγενῶν τῶν δυσγενῶν
Δοτική τῷ, τῇ δυσγενεῖ τῷ δυσγενεῖ τοῖς, ταῖς δυσγενέσι(ν) τοῖς δυσγενέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν δυσγεν τὸ δυσγενές τοὺς, τὰς δυσγενεῖς τὰ δυσγεν
Κλητική δυσγενές δυσγενές δυσγενεῖς δυσγεν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δυσγενεῖ
Γενική-Δοτική δυσγενοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσγενής < δυσ- + -γενής < γένος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσγενής, -ής, -ές

  1. που έχει ταπεινή καταγωγή, που είναι άσημος
  2. που έχει ταπεινή συμπεριφορά, που είναι χαμερπής, μοχθηρός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]