δυσγενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσγενής δυσγενής δυσγενές
γενική δυσγενούς δυσγενούς δυσγενούς
αιτιατική δυσγενή δυσγενή δυσγενές
κλητική δυσγενή(ς) δυσγενής δυσγενές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσγενείς δυσγενείς δυσγενή
γενική δυσγενών δυσγενών δυσγενών
αιτιατική δυσγενείς δυσγενείς δυσγενή
κλητική δυσγενείς δυσγενείς δυσγενή

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσγενής (el) αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο

  1. γενετικά προβληματικός - ασθενικός (συνήθως εγγενώς μα όχι μόνο)
  2. στείρος ή γαμετικά αδύναμος ή ασύμβατος
  3. δύσμορφος συνήθως εγγενώς
  4. ασθενικός
  5. από κακό γένος, κακή ράτσα, κακόφημη οικογένεια, μιγάς, θεωρούμενος ως γενετικά - φυλετικά κατώτερος ή απλά ξένος και εχθρός
  6. μιγάς, μη καθαρού γένους ή ράτσας, διγενής, πολυγενής
  7. αγνώστου πατέρα, ή άγνωστων γονέων• μπάσταρδoς
  8. που δεν δικαιούται τον θρόνο διότι άλλος οι άλλοι έχουν κληρονομικό δικαίωμα
  9. που γεννήθηκε επίπονα (πχ. ο τιγρέων - tigon είναι δίπλα δυσγενής, διότι η μητέρα του λέαινα είναι μικρή σωματικά κι έχει δύσκολη γέννα, ενώ ο ίδιος είναι κοινωνικά προβληματικός στην φύση κι έχει κακή στατιστική απόδοση παραγωγής απογόνων)
    • που πέθανε η μητέρα του κατά την γέννα (μειωτικά, μεταφυσική προκατάληψη: που "σκότωσε" την μητέρα του στην γέννα, δυσγενής μητροκτόνος)