Μετάβαση στο περιεχόμενο

ενδοσκοπώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ενδοσκοπώ < ενδοσκόπ(ιο) + (αναδρομικός σχηματισμός)[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /en.ðo.skoˈpo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ενδοσκοπώ

ενδοσκοπώ, αόρ.: ενδοσκόπησα, παθ.φωνή: ενδοσκοπούμαι, π.αόρ.: ενδοσκοπήθηκα, μτχ.π.π.: ενδοσκοπημένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]