ενσκήπτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἐνσκήπτω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενσκήπτω < αρχαία ελληνική ἐνσκήπτω < ἐν + σκήπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ενσκήπτω

  1. εμφανίζομαι ξαφνικά και πλήττω κάποιον ή κάτι
    Ο καύσωνας που ενέσκηψε προκάλεσε εκατοντάδες θύματα.
    Ενέσκηψε παγετός / συμφορά / ίωση.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]