εξαπλασιασμένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]εξαπλασιασμένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του εξαπλασιασμένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του εξαπλασιασμένος
εξαπλασιασμένου