θεραπευμένο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]θεραπευμένο
- αιτιατική ενικού του θεραπευμένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του θεραπευμένος
θεραπευμένο