κάμψεις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

κάμψεις

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) β' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κάμπτω
  2. θα κάμψεις: β' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κάμπτω

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

κάμψεις θηλυκό

  1. κάμψη, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού