καθολικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]καθολικά < καθολικός
Επίρρημα
[επεξεργασία]καθολικά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καθολικά
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]καθολικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του καθολικό