κασελιάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]κασελιάζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- κασελιασμένος
- → δείτε τη λέξη κασέλα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κασελιάζω
|
|
κασελιάζω
|
|