κατοπτρισμένο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]κατοπτρισμένο
- αιτιατική ενικού του κατοπτρισμένος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κατοπτρισμένος