κιγκλιδώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

κιγκλιδώνω < μεσαιωνική ελληνική κιγκλιδώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

κιγκλιδώνω

  1. τοποθετώ κιγκλιδώματα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]