κλάζω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]ἀλλὰ κλάγξαντος ἄκουσαν. (Ομηρου Ιλιαδα, Ραψ. Κ, στ. 275)
Ρήμα
[επεξεργασία]κλάζω
ἀλλὰ κλάγξαντος ἄκουσαν. (Ομηρου Ιλιαδα, Ραψ. Κ, στ. 275)
κλάζω