κλάξον
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κλάξον < (άμεσο δάνειο) αγγλική klaxon < λέξη που δημιουργήθηκε από τον εφευρέτη της, στις αρχές του 20ου αιώνα, από την αρχαία ελληνική λέξη κλάζω
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κλάξον ουδέτερο άκλιτο
- η κόρνα αυτοκινούμενου οχήματος ή το κουδούνι ποδηλάτου
- ※ Άρχισε να χτυπάει το κλάξον πιεστικά, όπως στ' ασθενοφόρα. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)