κλέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κλαίω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλέω < κλέος

Ρήμα[επεξεργασία]

κλέω

  1. εξυμνώ, εγκωμιάζω
  2. δοξάζω, διαφημίζω
  3. καλώ, ονομάζω