κλαίω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κλαίω < αρχαία ελληνική κλαίω < πρωτοελληνική[1] ή πρωτοϊνδοευρωπαϊκή[1] *kleh₂u-[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

κλαίω, πρτ.: έκλαιγα, αόρ.: έκλαψα, παθ.φωνή: κλαίγομαι, π.αόρ.: κλαύτηκα, μτχ.π.π.: κλαμένος

  1. τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου (και κάποτε φωνάζω), εξαιτίας κάποιας (ευχάριστης ή -συνήθως- δυσάρεστης) ψυχικής αναταραχής ή πόνου (ή για άλλους λόγους, π.χ. καθάρισμα κρεμμυδιών!)
    ※  Μου ερχόταν να κλάψω από απελπισία. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  2. στενοχωριέμαι
  3. (παθητική φωνή) κλαίγομαι: παραπονιέμαι συνεχώς, ενίοτε χωρίς σοβαρό λόγο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • βαράτε (τραβάτε) με κι ας κλαίω
  • βάζω τη σκούπα (γάτα) μου να κλαίει
  • θα κλάψουν μανούλες
  • κλαίνε οι χήρες, κλαίνε και οι παντρεμένες;
  • κλαίω και οδύρομαι
  • κλαίω με μαύρο δάκρυ
  • κλαίει τη μοίρα του
  • κλάφ’ τα, Χαράλαμπε
  • να τον κλαίνε οι ρέγγες
  • ούτε κλαίει ούτε γελάει

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 1,2 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.