weep

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
ενεστώτας weep
γ΄ ενικό ενεστώτα weeps
αόριστος wept, weeped
παθητική μετοχή wept, weeped
ενεργητική μετοχή weeping
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

weep (en)

Συγγενικά

[επεξεργασία]