κλακάζ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κλακάζ ουδέτερο άκλιτο
- παθαίνω κλακάζ: « παθαίνω την πλάκα μου », αποσβολώνομαι, « τρελαίνομαι », « τα χάνω »
κλακάζ ουδέτερο άκλιτο