Μετάβαση στο περιεχόμενο

κονεύω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κονεύω < κον(άκι) + -εύω[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /koˈne.vo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κονεύω

κονεύω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]