κονεύω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /koˈne.vo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κο‐νεύ‐ω
Ρήμα
[επεξεργασία]κονεύω
- διαμένω προσωρινά
- ※ Ρεθυμνιακά και πανελλήνια, της ιστορίας οι κουμπότρυπες, οι κουτομόγιες, πήγαν να μας φορτώσουν την κουρελαρία τους. Τα κουμάσια παίξανε εμάς κουμάρι και κουμκάν, σ’ εμάς κουκλοθέατρο, κουμπάρες και τις κουτσουκέλες τους, «κονέψανε νύχτα στο χάνι» κατά Καβάφη, ραντίσανε ψέμα, μίσος, ανικανότητα. (Νίκος Ξυπολυτάς, Ρέθεμνο – ψηφοδόχου αψηφισιές, goodnet.gr, 11/07/2023 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κονεύω
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ κονεύω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας