κορτικοστεροειδή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

κορτικοστεροειδή

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κορτικοστεροειδή ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική): ονομασία ειδικής κατηγορίας φαρμάκων ευρέου φάσματος που χορηγούνται για την αντιφλεγμονώδη δράση τους σε πλείστες θεραπείες κυρίως βρογχικού άσθματος και σε οφθαλμικές παθήσεις, καθώς και για διαγνωστικούς σκοπούς.

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • οι παρενέργειες αυτών είναι πολλές και θα πρέπει αρχικά να χορηγούνται σε μικρές δόσεις σε εκτίμηση του οφέλους έναντι απειλούμενου κινδύνου.

Μεταφράσεις[επεξεργασία]