κουπλέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

Ετυμολογία

κουπλέ < γαλλική couplet < couple +‎ -et < δημώδης λατινική *cōpla < λατινική copula < con- + apo

Ουσιαστικό

κουπλέ ουδέτερο άκλιτο

  • (μουσική) μουσική φράση που εναλάσσεται με το ρεφρέν, με παραλλαγμένους στίχους, σε αντίθεση με το ρεφρέν που επαναλμβάνεται αυτούσιο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές