κούρτη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κούρτη -
γενική κούρτης -
αιτιατική κούρτη -
κλητική κούρτη -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κούρτη < ιταλική corte

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κούρτη θηλυκό μόνο στον ενικό

  1. (ιστορία): το ανώτατο δικαστήριο στην Πελοπόννησο, επί φραγκοκρατίας και συμβουλευτικό σώμα του ηγεμόνα του Πριγκιπάτου σε μορφή βουλής
  2. (κεφαλονίτικο ιδίωμα): ο μαντρότοιχος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

(κεφαλονίτικο ιδίωμα)