λέι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: λέει

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λέι < ρουμανική lei, πληθυντικός του leu (λιοντάρι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λέι ουδέτερο άκλιτο

  1. το εθνικό νόμισμα της Ρουμανίας και της Μολδαβίας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • λέι στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]